ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΗ;

«Επιτέλους, Δευτέρα! Μια ακόμα ποδοσφαιρική βδομάδα αρχίζει. Θα πάμε προπόνηση σήμερα. Μακάρι να τελειώσω με τις υποχρεώσεις μου λίγο νωρίτερα, μπας και προλάβω να ρίξω κανένα σουτάκι μόνος μου, πριν πλακώσει όλη η ομάδα. Μαζευόμαστε καμιά 20αριά, που με τον καιρό έχουμε γίνει φίλοι, και περνάμε φανταστικά! Στην αρχή ζέσταμα, μετά ασκήσεις με μπάλα και λίγο ομαδικό παιχνίδι, «πειρατής» ή «καρχαρίας». Και στο τέλος, το καλύτερο, το διπλό! Μας αρέσει πολύ το διπλό, μακάρι να κρατούσε πιο πολύ. Περνάμε πολύ ωραία στο ποδόσφαιρο, πάλι καλά που πείσαμε τη μαμά και φέτος γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν της πολυαρέσει, προτιμά την κολύμβηση.

 

Το Σαββατοκυρίακο, έχουμε τους αγώνες για το πρωτάθλημα, τη μία βδομάδα εντός έδρας, την άλλη εκτός. Για να πω την αλήθεια, στενοχωριέμαι πολύ όταν μας κερδίζουν, αλλά προσπαθώ να μην το δείχνω. Κάποιες φορές, όταν παίζουμε εντός έδρας, έρχεται κι ο πατέρας μου, να καμαρώσει, να χαρεί κι αυτός. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι γιορτή, είναι μια ευκαιρία να βρεθεί μαζί όλη η οικογένεια. Συχνά, μετά τον αγώνα, κανονίζουμε με κάποια φιλική οικογένεια και πάμε και τρώμε όλοι μαζί. Οι αγώνες του Θουκυδίδειου πρωταθλήματος έχουν σχεδόν αντικαταστήσει την κυριακάτικη βόλτα, το χαιρόμαστε οικογενειακώς, περισσότερο όμως από όλους εγώ, ένας περήφανος πατέρας που καμαρώνει το γιο του..»


Κάπως έτσι σκεφτόμαστε οι μπαμπάδες, κι ας μην το παραδεχόμαστε όλοι. Μέσα μας νιώθουμε σαν παιδιά, βράζει το αίμα μας, διψάμε για μπάλα και μας ευχαριστεί όσο τίποτα να καμαρωνούμε τους γιούς μας. Μένουμε άφωνοι από την αλματώδη εξέλιξή τους βδομάδα με τη βδομάδα, καθώς παρακολουθούμε την προπόνηση ευλαβικά, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω στα βλαστάρια μας και με αγωνία περιμένουμε το ματς του Σαββατοκυρίακου. Το ποδόσφαιρο υποδομών αποτελεί για όλους μας καταφύγιο από τη σκληρή καθημερινότητα, ένα ζεστό χώρο όπου επιτρέπεται να ονειρευτούμε και να ξεφύγουμε.

Παναγιώτης Αλευράς

ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΟΚΑΡΙΑ

«Τί έγινε χαζοτερματοφύλακα; Παραλίγο να το φας το γκολάκι σου;», με έξτρα αλαζονικό υφάκι προσπάθησε να πικάρει τον τερματοφύλακα γιο μου ο 6χρονος επιθετικός της αντίπαλης ομάδας.
«Περίμενε λίγο και θα σε φτιάξω εσένα», απάντησε ο Νικόλας. Πράγματι, μετά από λίγο, τα δυο αγόρια βρέθηκαν τετ-α-τετ, κι ο Νικόλας με εντυπωσιακή έξοδο, έπεσε στα πόδια του αντιπάλου, μπλοκάροντας την μπάλα και σωριάζοντάς τον κάτω, χωρίς φάουλ.
«Τί έγινε τώρα φίλε; Δε μιλάς; Μόκο;» κι μικρός κυνηγός έμεινε να κοιτάζει σαστισμένος. Από την εξέδρα όπου καθόμουν, κάτι κατάλαβα. Ήταν ολοφάνερο ότι υπήρχε μια διένεξη μεταξύ των συνομήλικων κοκοριών. Τους ακριβείς διαλόγους μου τους μετέφερε αργότερα ο Νικόλας.

Οι σύγχρονοι γονείς έχουμε αυτοπαγιδευτεί: έχουμε κυριολεκτικά πέσει πάνω από τα παιδιά μας, στην προσπάθειά μας να τα προφυλάξουμε, δημιουργώντας γύρω τους μια κρυστάλλινη γυάλα ψευδοπροστασίας, η οποία πολύ εύκολα σπάει όταν βρεθούν στην παιδική χαρά, ή στον παιδότοπο, αντιμέτωπα με άλλα παιδιά. Πολύ συχνά αδυνατούν να αντιμετωπίσουν ακόμα και συνομήλικα ή, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμα και μικρότερα παιδιά. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ενός αγοριού που μυξοκλαίει στη μαμά του επείδή «το παιδάκι μου πήρε την μπάλα μου» ή «δεν με αφήνει να κάνω κούνια» ή «με έσπρωξε». Η μαμά, σαν άγρυπνος φρουρός, θα σπεύσει να «καθαρίσει» για τον κανακάρη της, προκαλώντας τον προοδευτικό και αναπόφευκτο «ευνουχισμό» του.

Αναμφισβήτητα, οι αρχές του αλληλοσεβασμού, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της ευγενούς αντιπαράθεσης, του σεβασμού της ελευθερίας του άλλου και της τήρησης των κανόνων του παιχνιδιού της ζωής, πρέπει να αποτελούν τον κορμό πάνω στον οποίο τα παιδιά μας θα χτίσουν τούβλο-τούβλο την προσωπικότητά τους. Ομοίως πολύτιμη είναι και η θωράκιση της δικής τους ελευθερίας, ο σεβασμός που λαμβάνουν από τους άλλους, η προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Οφείλουμε να διδάξουμε τα παιδιά μας πώς να αμύνονται, πώς να αξιολογούν τις συμπεριφορές και πώς να αντιδρούν όταν γίνονται δέκτες επιθετικότητας, σε κάθε επίπεδο της ζωής τους.

Ποτέ δε θα ξεχάσω το πρόσωπο του Νικόλα όταν πριν από ένα χρόνο περίπου, στην παιδική χαρά, ένα αγοράκι του άρπαξε την μπάλα κι απομακρύνθηκε γελώντας. Μέσα μου έβραζα: «..έλα αγόρι μου, κάνε κάτι, πήγαινε να πάρεις την μπάλα σου, ένα κεφάλι τον περνάς, έλα Νικόλα παιδί μου, για όνομα του Θεού, πες κάτι, κάνε κάτι, οτιδήποτε..», μάταια όμως. Ο Νικόλας, φύσει σεμνός και συνεσταλμένος, κοκκάλωσε. Να πει τί; Κοιτούσε σαν χαμένος, μία το παιδάκι, μία εμένα, σαν να μου ζητούσε να τον βοηθήσω. Με την ουρά στα σκέλια, πλησίασα το παιδάκι και ευγενικά απέσπασα την μπάλα. Γυρνώντας σπίτι, δεν του ΄πα τίποτα. Σκεφτόμουν αν και κατά πόσο φταίγαμε εγώ και η μητέρα του που ο μικρός δεν είχε μάθει στοιχειωδώς να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Έπρεπε πάσει θυσία ο Νικόλας να βγάλει λίγη αγριάδα από μέσα του, να μάθει να μη με χρειάζεται στα απλά προβλήματα της ζωής του, να τσαμπουκαλευτεί λιγάκι. Έτσι, σκεφτήκαμε να τον γράψουμε στο ποδόσφαιρο, ώστε αφενός να μάθει το σπορ, αφετέρου να μάθει αυτό που λέμε στην ποδοσφαιρική ορολογία, «τζαρτζάρισμα» και να το εφαρμόσει σε όλη του τη ζωή.

Στην αρχή ζήσαμε την ήττα σε όλο της το μεγαλείο, εντός κι εκτός αγωνιστικού χώρου. Ο Νικόλας ταλαιπωρούσε όλο τον κόσμο και κυρίως τον εαυτό του: καμία αγωνιστικότητα, φοβισμένος, ηττοπαθής, χωρίς ίχνος αυτοπεποίθησης, μασούσε τα νύχια του,  περπατούσε κι έπεφτε μόνος του. Τα πειράγματα και η χλεύη τον συνόδευαν σε κάθε αγώνα, από συμπαίκτες κι αντιπάλους, καμιά φορά και από...γονείς. Όλως περιέργως, πείσμωσε και δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Μαζί με αυτόν, κι εμείς. Ο Νικόλας δούλεψε σκληρά, ακολουθώντας ευλαβικά τις οδηγίες του Κώστα, του προπονητή του, και σιγά-σιγά μεταμορφώθηκε, στο βαθμό που απέκτησε (ή μάλλον εμφάνισε) γνωρίσματα πρωτόγνωρα για μας: έβγαλε πάθος, έγινε ανταγωνιστικός, πεισματάρης, σκλήρυνε, άρχισε να διεκδικεί, να αντιδρά όταν κι όσο χρειάζεται, έμαθε να σπρώχνει όταν τον σπρώχνουν, να ματώνει δίχως να κλαίει, κέρδισε σταδιακά ακόμα και την αποδοχή των συμπαικτών του. Κι ο Κώστας από πάνω του, με τις φωνές του, αλλά και με τις αγκαλιές του, πάντα με μέτρο και μόνο όποτε απαιτούν οι περιστάσεις. Συν τοις άλλοις, διέκρινε κάποια στοιχεία στο παιχνίδι του Νικόλα, στοιχεία που τον καθιέρωσαν στη θέση του βασικού τερματοφύλακα.

Λίγους μήνες μετά, εκτυλίχθηκε ο εισαγωγικός διάλογος σε κάποιο ματς του Θουκυδίδειου, δεν έχει σημασία με ποιον αντίπαλο. Η ομάδα του Νικόλα δεν πήγε άσχημα στο πρωτάθλημα κι ο μικρός δέχτηκε αρκετές φορές συγχαρητήρια από αντίπαλους προπονητές. Η μεγαλύτερή του, όμως, επιτυχία ήταν ο τρόπος που αντέδρασε σε εκείνη τη φάση, μια φάση που σαν πατέρα με στιγμάτισε και δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ.

Παναγιώτης Αλευράς